Αντιβιοτικά και παιδιά (Μέρος Β)

Συντάκτης andri 26/01/2017 0 Σχόλια

 

 

Πώς μπορεί να αναγνωρίσει κανείς αν πρόκειται για μια βακτηριακή ή ιογενή λοίμωξη;

Η διάκριση αυτή δεν είναι πάντα εύκολη, ακόμα και για τους γιατρούς. Μια οριστική διάγνωση μπορεί να γίνει μόνο με μια εξέταση αίματος στο εργαστήριο. Αυτό όμως χρειάζεται χρόνο. Μια καλή εναλλακτική λύση είναι μια ταχεία εξέταση CRP (πρωτεΐνη οξείας φάσης), η οποία αξιολογείται από τον γιατρό μέσα σε λίγα λεπτά στο ιατρείο. Σε αυτή την δοκιμασία εξετάζεται το επίπεδο της C-αντιδρώσας πρωτεΐνης (CRP). Εάν αυτή η τιμή είναι ψηλή, δείχνει μια βακτηριακή λοίμωξη. Για τα παιδιά δεν είναι μια επώδυνη διαδικασία, μιας και γίνεται με λίγο αίμα, με ένα μικρό τσίμπημα στο δάχτυλο.

 

Ασθένειες που προκαλούνται από βακτήρια και πρέπει να αντιμετωπίζονται με ένα αντιβιοτικό, για παράδειγμα, είναι:

  • πνευμονία

  • μηνιγγίτιδα και μικροβιακή εγκεφαλίτιδα

  • λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος

  • πυώδης αμυγδαλίτιδα

  • μέση ωτίτιδα σε νήπια και μικρά παιδιά

 

Συνήθως, κάθε παιδίατρος πρέπει να ζυγίζει πολύ τα πράγματα, για το αν το παιδί χρειάζεται την βοήθεια ενός αντιβιοτικού. Στις πιο πάνω ασθένειες, η θεραπεία απαιτεί τη χορήγηση αντιβιοτικών κι αν δεν δοθούν καθόλου -μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις- τότε αυτό πρέπει να γίνει κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση. Τα οφέλη του φαρμάκου δεν μπορούν  να απορριφθούν ασυζητιτί:

  • Τα αντιβιοτικά συντομεύουν τη διάρκεια της ασθένειας (όταν εφαρμόζονται σωστά)

  • Το αποτέλεσμά τους είναι σχεδόν πάντα αξιόπιστο και

  • Συχνά οι μικροί ασθενείς νιώθουν καλύτερα μετά τις πρώτες δόσεις.


Επίσης σημαντικό: Η διαδεδομένη πεποίθηση ότι τα αντιβιοτικά «ξεμαθαίνουν» το ανοσοποιητικό σύστημα να αντιμετωπίζει τους παθογόνους παράγοντες, είναι απλά ανακριβής. Για θεραπεία, ο παιδίατρος επιλέγει ένα αντιβιοτικό, που η εμπειρία έχει δείξει, ότι είναι αποτελεσματικό έναντι των ιδιαίτερα παθογόνων βακτηρίων. Αν υπάρχει επαρκής χρόνος, μπορεί ο γιατρός να παραγγείλει στο εργαστήριο, ένα αντιβιόγραμμα, το οποίο μπορεί να παρέχει ένα ασφαλές και αποτελεσματικό μέσο/αντιβιοτικό για στοχευμένη θεραπεία.

 

Εάν παρόλα ταύτα, δεν θέλετε να εμπιστευτείτε τυφλά τη σύσταση του γιατρού σας, αλλά θέλετε να συναποφασίσετε στο αν το παιδί σας θα πάρει ένα αντιβιοτικό ή όχι, δηλαδή στο εάν ένα αντιβιοτικό είναι πραγματικά χρήσιμο, τότε μπορείτε σαν γονείς να το συζητήσετε με τον παιδίατρο και να θέσετε μερικές ερωτήσεις όπως:

 

➤ Μιλούν τα συμπτώματα μάλλον για μια βακτηριακή ή μια ιογενή λοίμωξη;

➤ Έχει νόημα μια αναμονή; Πόσο μέρες μπορεί και πρέπει να είναι; Τι έλεγχοι και εξετάσεις θα ήταν ίσως χρήσιμοι;

➤ Μπορεί ένα αντιπυρετικό/παυσίπονο να βοηθήσει το παιδί μου κατά τη διάρκεια της αναμονής αυτής; Αν ναι, ποιο και σε ποια δοσολογία;

➤ Τι περαιτέρω θεραπευτικά μέτρα μπορούν να υποστηρίξουν την αποθεραπεία;

➤ Ποια επιχειρήματα στηρίζουν τη χορήγηση η μη ενός αντιβιοτικού;

 

Συμβουλή: Εάν δεν είστε σίγουροι αν θέλετε πραγματικά το παιδί σας να λάβει ένα αντιβιοτικό, μιλήστε με τον γιατρό γι’ αυτό, για να περιμένετε μια μέρα για την έναρξη της φαρμακευτικής αγωγής. Συχνά αποδεικνύεται στην εξέταση την επόμενη μέρα, αν υπάρχει μια βελτίωση ,ακόμη και χωρίς αντιβιοτικό ή αν η πορεία είναι ακόμα σοβαρή.

 

Συμπέρασμα: Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, ότι τα αντιβιοτικά είναι ζωτικής σημασίας, αλλά για τα συνήθη κρυολογήματα, κάνουν περισσότερο κακό παρά καλό.

 

 

Πιθανές παρενέργειες των αντιβιοτικών

Σε γενικές γραμμές, οι γιατροί ασχολούνται υπεύθυνα με τη συνταγογράφηση των αντιβιοτικών, ακόμα και μόνο επειδή υπάρχουν πολλές πιθανές παρενέργειες.

 

Τα αντιβιοτικά είναι φάρμακα που αναστέλλουν την ανάπτυξη των βακτηρίων και τα σκοτώνουν. Κάθε αντιβιοτικό έχει τη δική του συγκεκριμένη δράση και καταπολεμά κάθε φορά συγκεκριμένα βακτήρια. Εκτός από τα λεγόμενα αντιβιοτικά περιορισμένου φάσματος, υπάρχουν και τα ευρέως φάσματος αντιβιοτικά, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε μια ποικιλία διαφορετικών βακτηρίων.

 

Τα αντιβιοτικά μπορούν να προκαλέσουν διάρροια, επειδή ο οργανισμός λαμβάνει τα δραστικά συστατικά μέσω των εντέρων.


Επειδή τα δραστικά συστατικά δεν μπορούν να διακρίνουν μεταξύ «καλών» και «κακών» βακτηρίων, μπορούν να εξαλείψουν τα ευεργετικά βακτήρια της εντερικής χλωρίδας και να αποδυναμωθεί έτσι το ανοσοποιητικό σύστημα.


Μωρά που τους έχουν χορηγηθεί αντιβιοτικά κατά το πρώτο έτος της ζωής τους, έχουν ένα ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο να αναπτύξουν άσθμα και αλλεργίες αργότερα. Αυτό κατέδειξε έρευνα Καναδών επιστημόνων, με δείγμα σχεδόν 30.000 παιδιά.


Υπάρχει υποψία ότι τα αντιβιοτικά επηρεάζουν τα δόντια των μωρών, ακόμα κι αν αυτά είναι εντελώς μέσα στα ούλα. Ειδικά μεταξύ 3 και 6 μηνών, ορισμένα αντιβιοτικά μπορεί να επηρεάσουν το σχηματισμό του σμάλτου των βρεφών, σύμφωνα με Αμερικανούς ερευνητές στο Πανεπιστήμιο της Αϊόβα.


Ένας μακροπρόθεσμος κίνδυνος, είναι η ανάπτυξη της ανθεκτικότητας στα αντιβιοτικά. Αυτό συμβαίνει όταν κάποια βακτήρια είναι ανθεκτικά σε ορισμένα αντιβιοτικά, κάτι που μπορεί να οδηγήσει στο σημείο, μια σοβαρή ασθένεια στην οποία τα αντιβιοτικά χρειάζονται επειγόντως, να μην ανταποκρίνεται στη θεραπεία, γιατί ακριβώς τα αντιβιοτικά δεν μπορούν να δράσουν πλέον.
Όλοι αυτοί οι λόγοι είναι ακριβώς αυτοί για τους οποίους ο παιδίατρος πρέπει να εξετάζει πάντα προσεκτικά και στην κάθε περίπτωση, αν χρειάζεται ένα αντιβιοτικό  ή όχι.

 

Κάτι άλλο σημαντικό, είναι το ότι δεν συνιστάται η διακοπή του φαρμάκου αυθαίρετα, επειδή είναι το παιδί καλύτερα. Πρέπει να ακολουθείται πάντα η συνιστώμενη διάρκεια χορήγησης, συνήθως 6 έως 10 ημέρες, επειδή όχι μόνο μια περιττή χρήση αντιβιοτικών μπορεί να συμβάλει στο να γίνονται τα βακτήρια ανθεκτικά στο φάρμακο και το φάρμακο να μην έχει πια καμία επίδραση, αλλά επίσης το προκαλεί η ανεπαρκής χορήγηση. Σε μια τέτοια περίπτωση, η συγκέντρωση του φαρμάκου δεν είναι αρκετή για να σκοτώσει πλήρως το παθογόνο. Αν τα αντιβιοτικά δεν λειτουργούν στα βρέφη ή τα μικρά παιδιά, πιθανότατα κάποιος άλλος λόγος υπάρχει, πέραν της ανθεκτικότητας των βακτηρίων. Πιθανότατα σε αυτές τις περιπτώσεις η λοίμωξη δεν προκαλείται από βακτήρια, αλλά από ιούς, ή  ίσως ο γιατρός δεν έχει βρει το σωστό φάρμακο. Ανάλογα με το εκάστοτε στέλεχος του βακτηρίου, που πρέπει να αντιμετωπιστεί, δεν είναι το κάθε αντιβιοτικό εξίσου καλό.

 

Τι θα πρέπει να προσέχουμε κατά την χρήση των αντιβιοτικών

Συστηματική λήψη: Αυτό είναι ένα πολύ τυπικό και συνηθισμένο λάθος, να ξεχνούμε μια δόση, πιο συχνά το μεσημέρι, ειδικά σε παιδιά που πάνε σε παιδικό σταθμό. Μια λύση θα ήταν, στην περίπτωση αυτή, οι γονείς να ζητήσουν από τον παιδίατρο, καλύτερα, ένα φάρμακο που πρέπει να λαμβάνεται μόνο το πρωί ή / και βράδυ.

 

Όχι αντιβιοτικά στο μπιμπερό: Κάποια συστατικά του γάλακτος μπορούν να σχηματίσουν δυσδιάλυτες ενώσεις με κάποιες ουσίες, με αποτέλεσμα το φάρμακο να μην μπορεί να απορροφηθεί από το έντερο ή να καθυστερεί. Συχνά το αποτέλεσμα είναι ναυτία και εμετός. Επιπλέον, τα υπολείμματα του φαρμάκου, μπορεί να παραμείνουν στο μπιμπερό και το παιδί να μην λαμβάνει την απαραίτητη συνολική δόση.

 

Χρόνος λήψης: Τα αντιβιοτικά θα πρέπει να δίνονται σαφώς σε άδειο στομάχι πριν από το γεύμα, εκτός αν υπάρχουν διαφορετικές οδηγίες, ώστε να μπορούν να αναπτύξουν καλύτερα τη δράση τους.

 

Αν το μωρό δεν θέλει να παίρνει το αντιβιοτικό με το κουτάλι: Σε αυτή την περίπτωση, μπορεί να βοηθήσουν μικρές ειδικές συριγγούλες που πωλούνται στα φαρμακεία.

 

Γράφει ο Ass Prof Dr med Νίκος Μακρίδης  MD, PhD

Ειδικός Παιδίατρος

 

Αφήστε Σχόλιο