Attachment Parenting: Η ψυχική ανάπτυξη του παιδιού και του μελλοντικού ενήλικα

Συντάκτης andri 05/04/2018 0 Σχόλια

 

 

Οι απόψεις γύρω από το θέμα του Attachment Parenting κυριολεκτικά διίστανται. Καταρχάς επικρατεί μια σύγχυση γύρω από την ορολογία αυτή, και συχνά μπερδεύεται ή χρησιμοποιείται εναλλάξ με τις θεωρίες των “attachment styles”.

 

Μιας και η πρόσβαση και το ενδιαφέρον προς την ψυχοεκπαίδευση εκ μέρους των γονιών όσον αφορά θέματα και υλικό γύρω από την ανατροφή των παιδιών τους αυξάνεται ραγδιαία, είναι σημαντικό να επεξηγηθεί η ορολογία του attachment parenting και να διαχωριστεί από τις θεωρίες προσκόλλησης.

 

Η Θεωρία της Προσκόλλησης (Attachment Theory) δημιουργήθηκε το 1969 από τον ψυχίατρο και ψυχολόγο John Bowlby και επεκτάθηκε στην συνέχεια από την αναπτυξιακή ψυχολόγο Mary Ainsworth. Εν ολίγοις, πολλές έρευνες και πολλοί επιστήμονες υποστηρίζουν την ασφαλή προσκόλληση ως την πιο υγιή για ένα μωρό, και επιτυγχάνεται από την αμεσότητα των μαμάδων προς τις ανάγκες των μωρών τους. Αν η μαμά καταφέρει να αποτελέσει μια «ασφαλή» φιγούρα για το μωρό, αυτόματα γίνεται η «βάση ασφαλείας».

 

Δηλαδή του προωθεί και ενθαρρύνει την φυσική του ανάγκη για εξερεύνηση του κόσμου πέραν εκείνης, και το μωρό ταυτόχρονα νιώθει ασφάλεια να εξερευνήσει το περιβάλλον γνωρίζοντας πως το περιμένει η «ασφαλής» του βάση – η μαμά του.

 

Όσον αφορά την προσέγγιση του Attachment Parenting, δημιουργήθηκε το 1970 από τον παιδίατρο William Sears. Οι υποστηρικτές της μεθόδου αυτής υποστηρίζουν πως η ανάπτυξη της θεωρίας έχει τις ρίζες της από τις θεωρίες προσκόλλησης. Στόχος της θεωρίας αυτής είναι η δημιουργία μιας υγιούς σχέσης ανάμεσα στον γονιό και το παιδί.

 

Η μέθοδος αυτή ξεκινάει πριν την γέννηση του παιδιού με το να προετοιμάζεται συναισθηματικά και σωματικά για την εγκυμοσύνη και την γέννα η μέλλουσα μητέρα, μαθαίνοντας για τα διάφορα αναπτυξιακά στάδια της παιδικής ηλικίας, θέτοντας ρεαλιστικούς στόχους και κρατώντας μια ανοιχτόμυαλη στάση.

 

Μέσα από το attachment parenting, η μητέρα ενθαρρύνεται να θηλάσει το νεογέννητο και να θέσει τα θεμέλια της εμπιστοσύνης και της ενσυναίσθησης ανάμεσα στην ίδια και το μωρό. Ενθαρρύνεται επίσης η ανάλυση διάφορων συμπεριφορών του μωρού για να καταλάβει η μητέρα τι προσπαθεί να της επικοινωνήσει και να αντιδρά αναλόγως στο μωρο, αφού τα μωρά δεν έχουν την ικανότητα να ηρεμούν τον εαυτό τους και εξαρτώνται από την μητέρα τους να τα καθησυχάσει. Το attachment parenting εστιάζει στην εκπλήρωση των αναγκών του νεογέννητου για σωματική επαφή, τρυφερότητα, ασφάλεια και κίνηση μέσα από αγκαλιές, τριψίματα και παιχνίδια.

 

Θεωρητικά, η προσέγγιση αυτή συνάδει με κάποιον τρόπο με τις αξίες της θεωρίας της προσκόλλησης. Η όλη σύγχυση όμως βρίσκεται στις πρακτικές εφαρμογής του attachment parenting, τίθωντας το ζήτημα κατά πόσο τελικά επηρεάζει θετικά ή αρνητικά το μωρό και σε συνέχεια τον μελλοντικό αυτό ενήλικα.

 

Μπορεί κανείς να θεωρήσει πως όση περισσότερη δοτικότητα υπάρχει από την πλευρά της μητέρας, τόση περισσότερη δοτικότητα ισχύει και από την πλευρά του μωρού. Και όντως, μια μαμά απαιτείται να είναι συνεπής και δοτική προς το μωράκι της και να το καθησυχάζει, προωθώντας με αυτό τον τρόπο ένα αίσθημα ασφάλειας σε αυτό.

 

Υπάρχουν ανησυχίες πως το παιδί μπορεί να γίνει χειριστικό και να κλαίει για να εισπράξει προσοχή – πράγμα που δεν σημαίνει πως η μαμά πρέπει να είναι απούσα για να «μάθει» στο μωρό να ηρεμεί τον εαυτό του, αλλά να παρευρίσκεται στα «αιτήματα» αυτά και να διερευνήσει τον λόγο για τον οποίο το παιδί απαιτεί την επιπλέον προσοχή. Γενικότερα, ενθαρρύνεται η υγιής προσκόλληση του μωρού προς την μαμά. Και αν γίνει με έναν ισορροπημένο τρόπο, συμβάλλει στην αύξηση του αισθήματος της ασφάλειας στο παιδί μεγαλώνοντας.

 

Το ζήτημα όμως περιπλέκεται όταν οι γονείς εφαρμόζουν «φανατικά» και ακραία το attachment parenting, όπως π.χ. να μην βάζουν όρια στο μωρό. Μεγαλώνοντας το παιδί αυτό θα θεωρεί δεδομένο πως τα πράγματα θα γίνονται βάσει του θελήματος του, δημιουργώντας δυσκολίες και στο ίδιο, όταν άλλοι πέραν των γονιών δεν του επιτρέπουν να περάσει το δικό του, αλλά και στις προσωπικές του σχέσεις, αφού μπορεί να γίνεται καταπιεστικό προς τους άλλους.

 

Περαιτέρω, η προσέγγιση αυτή μπορεί να οδηγήσει στην ανάτπυξη ενός ενήλικα, ο οποίος είναι υπερβολικά εξαρτημένος από τους άλλους. Μπορεί να εμποδιστεί η ανάπτυξη της αυτοκυριαρχίας, αλλά και ανεξαρτησίας, και να μην μαθαίνει όσα οι συνομίληκοι του, επειδή οι γονείς του είναι υπερπροστατευτικοί ή τα κάνουν όλα οι ίδιοι εκ μέρους του μωρού (μέσα στα πλαίσια της δικής τους κατανόησης του attachment parenting).

 

Ακόμη μια πρακτική που ενθαρρύνεται μέσα από το attachment parenting, είναι το παιδί να θηλάζει μέχρι να αποφασίσει το ίδιο να σταματήσει. Σίγουρα, είναι γνωστά τα οφελήματα του θηλασμου – αλλά μέχρι τους πρώτους 9 μήνες. Όταν συνεχίζεται πέραν του διαστήματος αυτού, μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη ψυχοσεξουαλικής σύγχυσης στο παιδί, κάτι που μεταφέρεται και στην ενήλικη του ζωή.

 

Ο θηλασμός σε μεγαλύτερες ηλικίες κρατά το παιδί προσκολλημένο στην μαμά και παρεμποδίζει το ομαλό του πέρασμα σε άλλα φυσιολογικά ψυχοσεξουαλικά αναπτυξιακά στάδια. Η πιο βασική λειτουργία του ταΐσματος εξαρτάται απολύτως από την μαμά, και άμα παρατείνεται, η μαμά γίνεται το μοναδικό άτομο για το παιδί, που μπορεί να του ικανοποιήσει άλλες του ανάγκες, όπως της γενικότερης φροντίδας και συναισθηματικής ασφάλειας. Αυτό μεταφέρεται μετέπειτα και στις μελλοντικές προσωπικές σχέσεις στην ενηλικίωση, όπου ο ενήλικας πλέον αυτός μπορεί να μην ικανοποιείται από καμία προσωπική σχέση του.

 

Είναι σημαντικό να τονίσουμε πως η σύγχυση υπάρχει γύρω από το attachment parenting και όχι γύρω από τις θεωρίες της προσκόλλησης. Οι θεωρίες αυτές έχουν μελετηθεί εκτεταμένα σε όλο τον κόσμο από ψυχολόγους και ψυχιάτρους. Παρόλο που το attachment parenting φαίνεται να έχει τις ρίζες του από την θεωρία προσκόλλησης, είναι σημαντικό να μην συγχίζεται με το attachment parenting, αφού ούτε αρκετές έρευνες υπάρχουν για την εγκυρότητα του, αλλά ούτε συνιστώνται ακραίες προσεγγίσεις  – ειδικά όσον αφορά την διαμόρφωση του ψυχισμού ενός παιδιού.

 

Ο πιο σημαντικός στόχος και έργο που έχει να επιτελέσει ένας γονιός, είναι στην τελική να λειτουργήσει με τέτοιο τρόπο, ώστε το παιδί να νιώθει πως μετά την εξερεύνηση του οι γονείς του θα είναι εκεί να τον/την περιμένουν. Δηλαδή, το παιδί να μην νιώθει φόβο και ενοχές να «απομακρυνθεί», αφού θα νιώθει σταθερότητα και ασφάλεια από την μαμά και τον μπαμπά.

 

Γράφει η Αντριάνα Γερμανού MSc

Εγγεγραμμένη Κλινική Ψυχολόγος

 

Αφήστε Σχόλιο