Φόβοι και φοβίες στα παιδιά

Συντάκτης andri 28/06/2016 0 Σχόλια

 

 

Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς για να βοηθήσουν

 

Το καλοκαίρι έχει φτάσει και μαζί του έχει φέρει ξέγνοιαστες στιγμές χαλάρωσης και ξεκούρασης. Για κάποιους, όμως, το καλοκαίρι αποτελεί μια περίοδο έντονου άγχους και φόβου, καθώς λόγω της έντονης ζέστης κάνουν την εμφάνισή τους γύρω μας και κάποιοι ανεπιθύμητοι επισκέπτες, όπως έντομα, τρωκτικά και ερπετά. Στη θέα τους κάποια παιδιά τρομοκρατούνται και παρουσιάζουν έντονες φοβικές αντιδράσεις κλάματος και προσκόλλησης.

Εκτός από την καλοκαιρινή περίοδο, όμως, συχνά ακούμε γονείς να αναφέρουν ότι το παιδί τους φοβάται το νερό, το σκοτάδι, τα φαντάσματα, τα ύψη κ.ο.κ. Τι εννοούμε, όμως, με αυτό; Σε τι διαφέρει ο φόβος από τη φοβία και με ποιο τρόπο μπορούμε να βοηθήσουμε ένα παιδί που αντιμετωπίζει τέτοιου είδους δυσκολίες;

 

Αρχικά είναι χρήσιμο να αναφέρουμε ότι οι φόβοι κατά την παιδική ηλικία είναι ένα εξελικτικά αναμενόμενο φαινόμενο. Ο φόβος σαν συναίσθημα είναι απόλυτα φυσιολογικός και χρήσιμος. Μας προστατεύει από εξωτερικές απειλές και μας κινητοποιεί άμεσα ώστε να προστατευθούμε. Τα παιδιά, μέχρι να φτάσουν την ηλικία των 12 ετών, συνήθως εκφράζουν κατά καιρούς, κι ανάλογα με το αναπτυξιακό στάδιο στο οποίο βρίσκονται, διάφορους φόβους: για το σκοτάδι, τα φαντάσματα, τους θορύβους, το νερό, κάποιο ζώο κ.ο.κ.

 

Ωστόσο, αυτοί οι φόβοι ξεπερνιούνται σταδιακά και χωρίς κάποια ιδιαίτερη παρέμβαση, καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν. Αυτό συμβαίνει γιατί σταδιακά και με το πέρασμα του χρόνου τα παιδιά κατακτούν τις απαραίτητες γνωστικές και συναισθηματικές δεξιότητες να επεξεργαστούν το περιβάλλον τους και να διαχωρίσουν το πραγματικό από το φανταστικό.

 

Όταν μιλάμε για φοβία, όμως, δεν μιλάμε για έναν απλό φόβο. Οι φοβίες εντάσσονται στις αγχώδεις ψυχικές διαταραχές. Για να δοθεί η διάγνωση της ειδικής φοβίας, όπως επίσημα αναφέρεται αυτή η κατάσταση, οι δυσκολίες που σχετίζονται με αυτήν θα πρέπει να ταλαιπωρούν το άτομο για διάστημα πέραν των 6 μηνών, να του δημιουργούν υπερβολική ψυχική αναστάτωση και να προκαλούν σοβαρή δυσλειτουργία στην καθημερινότητά του. Ο όρος φοβία, λοιπόν, αναφέρεται στην υπερβολική και φαινομενικά αδικαιολόγητη ή παράλογη αγχώδη αντίδραση του ατόμου προς ένα αντικείμενο ή κατάσταση.

 

Ένα παιδί (ή και ενήλικας) μπορεί να παρουσιάσει φοβία για έντομα και ζώα, για το ύψος, για τους κλειστούς χώρους και τις κοινωνικές συνάξεις, για καιρικά φαινόμενα όπως οι καταιγίδες ή για ιατρικά σχετιζόμενα θέματα όπως το αίμα, οι ενέσεις κ.ο.κ. Το άτομο με φοβία πιστεύει πως το φοβικό του αντικείμενο μπορεί να το βλάψει ή ότι το άτομο δεν θα μπορέσει να διαφύγει από τη φοβική του κατάσταση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το άτομο με φοβία να είναι συνεχώς σε επιφυλακή και να αποφεύγει συστηματικά τα αντικείμενα ή καταστάσεις που του προκαλούν αυτό το έντονο άγχος. Σημειώνεται ότι σε κάποιες περιπτώσεις η έκθεση ή ακόμα και η προσμονή έκθεσης του ατόμου στο φοβικό του αντικείμενο/κατάσταση μπορεί να πυροδοτήσει κρίσεις πανικού. Ένα παιδί με φοβία μπορεί να παρουσιάσει έντονο κλάμα, προσκόλληση στους φροντιστές του ή έντονη κοινωνική απόσυρση.

 

Αν ένα παιδί παρουσιάζει έναν έντονο φόβο ή φοβία προς ένα αντικείμενο ή κατάσταση, πρωταρχικός ρόλος των γονιών είναι να αναγνωρίσουν αυτή τη ρεαλιστική ή μη ανησυχία του, να τη σεβαστούν χωρίς επίκριση και να το καθησυχάσουν, ακόμα κι αν στα μάτια τους ο φόβος του παιδιού είναι κωμικός. Στη συνέχεια, οι γονείς μπορούν να εφαρμόσουν τις πιο κάτω εισηγήσεις με στόχο να μπορέσουν να βοηθήσουν το παιδί τους να διαχειριστεί τα έντονα αυτά συναισθήματα.

 

Αρχικά είναι σημαντικό να διαχειριστούν αποτελεσματικά οι ίδιοι οι γονείς τις δικές τους φοβίες. Αν οι ίδιοι οι γονείς έχουν φοβία προς ένα αντικείμενο ή κατάσταση, είναι σημαντικό να βρουν οι ίδιοι τρόπους να διαχειρίζονται την έκθεσή τους στα φοβικά τους αντικείμενα/καταστάσεις με ψυχραιμία.

 

Στη συνέχεια, μπορούν να βοηθήσουν το παιδί να εκφράσει τα συναισθήματά του σε σχέση με αυτό που φοβάται αρχικά μέσω παιχνιδιού, διαβάζοντάς του σχετικά παραμύθια και ωθώντας το σταδιακά να εκφράσει λεκτικά αυτό που αισθάνεται.

 

Μπορούν να συζητήσουν με το παιδί ενδιάμεσες λύσεις για το πρόβλημα που έχουν να διαχειριστούν. Για παράδειγμα, αν το παιδί εκφράζει έντονο φόβο για το σκοτάδι μπορούν να συμφωνήσουν ότι θα αφήνουν την πόρτα του δωματίου του παιδιού ανοικτή και ένα μικρό φως αναμμένο.

 

Είναι χρήσιμο, επίσης, να αποτελέσουν για τα παιδιά τους θετικό πρότυπο συμπεριφοράς. Αν για παράδειγμα το παιδί φοβάται τα σκυλάκια, οι γονείς μπορούν να δείξουν στο παιδί τον επιθυμητό τρόπο επαφής με τα ζώα (π.χ. να το πλησιάσουν φιλικά, να του μιλήσουν και να το χαϊδέψουν - χωρίς να αναγκάσουν βέβαια το παιδί να επαναλάβει τις πράξεις τους) ώστε να βιώσει το παιδί μια θετική εμπειρία σε σχέση με αυτό που φοβάται.

 

Ακόμα, βοηθητικό είναι να διδάξουν στο παιδί τεχνικές χαλάρωσης. Οι γονείς μπορούν να βοηθήσουν το παιδί να μάθει να ρυθμίζει την αναπνοή του όταν βιώνει έντονο άγχος ή φόβο. Μπορούν να το διδάξουν να εισπνέει από τη μύτη και να εκπνέει από το στόμα με αργό και σταθερό ρυθμό μέσα από παιχνίδια όπως το φούσκωμα ενός μπαλονιού και τα παιχνίδια με σαπουνόφουσκες. Αυτό θα βοηθήσει το παιδί να μπορεί να διατηρεί τον έλεγχο και τη ψυχραιμία του, χωρίς να τρομοκρατείται κάθε φορά που έρχεται αντιμέτωπο με το φοβικό του αντικείμενο/κατάσταση.

 

 

Επίσης, οι γονείς μπορούν να βοηθήσουν το παιδί να έρθει σταδιακά αντιμέτωπο με αυτό που φοβάται. Ανάλογα με το φοβικό αντικείμενο και με την ένταση του συναισθήματος που εκφράζει το παιδί, οι γονείς μπορούν να το φέρουν σε επαφή με αυτό αρχικά μέσα από εικόνες. Όταν επαναληφθεί αυτό αρκετές φορές και το παιδί δείχνει ήρεμο στη θέα σχετικών εικόνων, οι γονείς μπορούν να το φέρουν σε επαφή με το φοβικό αντικείμενο από κάποια απόσταση ασφαλείας. Όταν επιτευχθεί αυτό, χωρίς ιδιαίτερο άγχος από το παιδί, μπορεί να μειωθεί η απόσταση ασφαλείας. Ωστόσο, αυτή η τεχνική χρειάζεται να εφαρμοστεί με προσοχή και καλό θα ήταν οι γονείς να μην πιέσουν το παιδί να έρθει αντιμέτωπο με το φόβο του με αυτό τον τρόπο χωρίς τη σχετική καθοδήγηση από κάποιον ειδικό.

 

Όπως έχει ήδη αναφερθεί, τα παιδιά κατά καιρούς και ανάλογα με την ηλικία τους εκφράζουν διάφορους φόβους για συγκεκριμένα αντικείμενα ή καταστάσεις. Κάτι τέτοιο είναι φυσιολογικό και αναμενόμενο. Εάν, όμως, παρά τις προσπάθειες των γονιών να βοηθήσουν το παιδί τους, το παιδί εξακολουθεί για παρατεταμένο χρονικό διάστημα, πέραν των 6 μηνών, να εκφράζει τέτοια έντονα συναισθήματα, καλό είναι να ζητήσουν τη γνώμη ενός ειδικού ψυχικής υγείας (ψυχολόγου ή ψυχιάτρου). Ένας ειδικός θα αξιολογήσει το παιδί και θα σας καθοδηγήσει προς έναν πιο εξατομικευμένο τρόπο παρέμβασης.

 

Από τη Ράνια Χατζηκώστα, Εγγεγραμμένη Κλινική Ψυχολόγος

 

Αφήστε Σχόλιο