Σχολικός εκφοβισμός: Όταν το πείραγμα γίνεται επικίνδυνο

Συντάκτης andri 05/04/2018 0 Σχόλια

 

 

Μέσα στον χώρο του σχολείου οι φάρσες και τα αστεία ευδοκιμούν μεταξύ των παιδιών, κάποιες φορές όμως ένα «αστείο» μπορεί πολύ εύκολα να προκαλέσει ανεπανόρθωτες σωματικές και ψυχικές «ζημιές» σε ένα παιδί.

 

Τον τελευταίο καιρό υπάρχει μεγάλη ευαισθητοποίηση γύρω από το θέμα του σχολικού εκφοβισμού και γίνονται συνεχώς προσπάθειες για να βρεθούν τρόποι για την αντιμετώπιση του. Χρειάζεται κάποιος να μπορεί να διαχωρίζει τον σχολικό εκφοβισμό από το πείραγμα μεταξύ συμμαθητών και φίλων. Για να υπάρχει σχολικός εκφοβισμός, πρέπει ο θύτης να είναι με κάποιο τρόπο (σωματική διάπλαση, παρέα κ.ά.) πιο δυνατός από το θύμα, δηλαδή να υπάρχει ασυμμετρία δύναμης.

 

Ορίζουμε σαν σχολικό εκφοβισμό ή bulling, όπως είναι γνωστός ο διεθνής όρος, την συστηματική χρήση βίας (σωματική, λεκτική, κοινωνική) μεταξύ μαθητών ή συνομήλικων παιδιών, με κύριο στόχο να προκληθεί πόνος ή αναστάτωση. Αν και ονομάζεται σχολικός, έχει επίσημα ξεφύγει από τα όρια του σχολείου και κάτι που συντείνει σε όλο αυτό είναι η εύκολη πρόσβαση και χρήση των Μέσων κοινωνικής δικτύωσης (Ηλεκτρονικός Εκφοβισμός).

 

Ο σχολικός εκφοβισμός παρατηρείται όταν ένα άτομο γίνεται θύμα αρνητικών σχολίων ή συμπεριφορών, από ένα ή περισσότερα άτομα, και δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Τις πιο πολλές φορές είναι επίμονος, δηλαδή επαναλαμβάνεται και μπορεί να έχει διάρκεια (εβδομάδες, μήνες ή και χρόνια).

 

Ο σχολικός εκφοβισμός διακρίνεται σε έμμεσο και άμεσο, χωρίς καμία διαφορά στον πόνο που μπορεί να προκαλέσει. Ο άμεσος εκφοβισμός εκδηλώνεται με επιθετικές συμπεριφορές άμεσα (π.χ. ξύλο, κλωτσιές), με τον θύτη και το θύμα να είναι παρόντες.

 

Ο έμμεσος εκφοβισμός περιλαμβάνει τον ψυχολογικό εκφοβισμό (π.χ. διάδοση φημών, κοροϊδίες, βρισιές, συκοφαντίες), τον κοινωνικό αποκλεισμό (π.χ. αποκλεισμός από την ομάδα των συνομήλικων, το παιχνίδι), τον σεξουαλικό εκφοβισμό (χειρονομίες ή σχόλια με σεξουαλικά υπονοούμενα) και τον ηλεκτρονικό εκφοβισμό που διαπράττεται μέσω του διαδικτύου ή των κινητών τηλεφώνων.

 

Τα «θύματα» χαρακτηρίζονται συνήθως από άγχος και ανασφάλεια, είναι υπερβολικά ήσυχα και ευαίσθητα παιδιά, εσωστρεφή με χαμηλή αυτοεκτίμηση και δύσκολα μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους.

 

Από την άλλη, οι «θύτες» είναι συνήθως παιδιά που παρά το ότι φαίνονται σίγουρα για τον εαυτό τους, τυγχάνει και αυτά να έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση, είναι επιθετικά και επιρρεπή σε παραβίαση κανόνων, έχουν θετική στάση στην βία και στην αντικοινωνική συμπεριφορά. Αν και πολλές έρευνες έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το παιδί θύτης είναι θύμα ενδοοικογενειακής βίας ή ζει σε ένα ανασφαλές οικογενειακό περιβάλλον, δεν αποκλείεται πολλές φορές να προέρχονται από ένα περιβάλλον χωρίς καμία ψυχοπαθολογία, το οποίο όμως τους γεννά μια αίσθηση ανεπάρκειας και ανασφάλειας, που τα ίδια προσπαθούν να καλύψουν όπως μπορούν.

 

Οι ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις του φαινομένου του εκφοβισμού σε όλα τα παιδιά (θύτες, θύματα και παρατηρητές) είναι πολλές και σοβαρές. Οι μελλοντικές συνέπειες είναι σημαντικές και μπορούν να επηρεάσουν την ψυχική τους υγεία και την ενήλικη ζωή τους.

 

Τα παιδιά – θύματα όντας πιο ευάλωτα από τα υπόλοιπα παιδιά έχουν αυξημένες πιθανότητες να παρουσιάσουν κατάθλιψη, άγχος, χαμηλή αυτοεκτίμηση, αρνητική αυτοεικόνα, αισθήματα ανασφάλειας, σχολική φοβία, καθώς και ψυχοσωματικά προβλήματα.

 

Τα παιδιά – θύτες που εμπλέκονται στην σχολική βία και παραβατικότητα νωρίς κατά την παιδική τους ηλικία, έχουν αυξημένες πιθανότητες να εξελιχθούν σε ενήλικες με προβλήματα κοινωνικοποίησης, προσαρμογής και τελικά να αναπτύξουν εγκληματικότητα κατά την ενήλικη ζωή τους.

 

Γράφει η Ειρήνη Χρ. Κουρουκλάρη

Εγγεγραμμένη Κλινική Ψυχολόγος

 

Αφήστε Σχόλιο