Tι είναι η επιλεκτική αλαλία και πώς μπορούν να βοηθήσουν οι εκπαιδευτικοί;

Συντάκτης andri 23/11/2017 0 Σχόλια

 

 

Η επιλεκτική αλαλία είναι μια διαταραχή που προέρχεται από έντονη παρουσία άγχους, και κατά την οποία το παιδί επιλέγει να μην εκφραστεί και να επικοινωνήσει λεκτικά με κάποιους ανθρώπους. Ένα παιδί με επιλεκτική αλαλία, μπορεί για παράδειγμα να μιλάει κανονικά στο σπίτι, ή όταν μένει μόνο του με τους γονείς του, αλλά επιλέγει να μην μιλάει, ή να μιλάει ψιθυριστά, σε κάποιο άλλο κοινωνικό περιβάλλον – στο σχολείο, δημοσίως, ή σε οικογενειακές συγκεντρώσεις.

 

Με ποιο τρόπο εντοπίζεται;

Όταν ένα παιδί παρουσιάζει επιλεκτική αλαλία, τότε συνεπάγεται πως έχει την ικανότητα να εκφράζεται λεκτικά (π.χ. στο σπίτι), αλλά επιλέγει να μην εκφράζεται λεκτικά σε άλλα πλαίσια (π.χ. σχολείο, σε άλλες κοινωνικές περιστάσεις που υπάρχει προσδοκία ομιλίας) για περίοδο πέραν του ενός μηνά.

 

Κάποια παιδιά φαίνεται να παραλύουν από φόβο και δεν μιλούν, όπως επίσης δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν και με οποιοδήποτε άλλο τρόπο (π.χ. μέσω μη λεκτικής επικοινωνίας). Κάποια παιδιά θα χρησιμοποιήσουν χειρονομίες, θα αλλάξουν την έκφραση στο πρόσωπό τους ή θα κάνουν νεύμα για να ξεφύγουν από μια δύσκολη κατάσταση. Ακόμη και στο σπίτι μπορεί να πέσουν σε σιγή, όταν κάποιος εκτός από τα μέλη της οικογένειας είναι παρών (π.χ. οικογενειακοί φίλοι, άγνωστοι).

 

Τα σημάδια επιλεκτικής αλαλίας εντοπίζονται σε ηλικία 3-4 ετών, όταν το παιδί έχει ήδη αποκτήσει το στάδιο του λόγου και της ομιλίας. Η αποτυχία να μιλήσει δεν οφείλεται σε έλλειψη γνώσης ή άνεσης σε σχέση με την ομιλούμενη γλώσσα. Ως αποτέλεσμα παρεμποδίζονται τα επιτεύγματα στην απασχόληση, την εκπαίδευση ή την κοινωνική επικοινωνία.

 

Χρήσιμες πρακτικές προς εκπαιδευτικούς

Δίνεται χρόνος στο παιδί μέσα από μικρούς επιτεύξιμους στόχους να μεταβεί σταδιακά από την επιλογή να μην εκφράζεται λεκτικά, στο να πετύχει να έχει λεκτική επικοινωνία. Αρχικά, παρατηρείται με ποιους τρόπους μπορεί να επικοινωνήσει το παιδί (π.χ. νεύματα) και ενθαρρύνεται σιγά - σιγά προς την ομιλία σε επιπλέον πλαίσια ή άτομα, διαδοχικά, από αυτά που το δυσκολεύουν λιγότερο, σε αυτά που το δυσκολεύουν περισσότερο (νεύματα, κινήσεις με τα χείλη, ψίθυρος, χαμηλόφωνη ομιλία στο αυτί).


Εντοπισμός κινήτρων που θα βοηθήσουν ενισχύοντας και επιβραβεύοντας το παιδί όταν επιτύχει κάποιον από τους στόχους του. Καθορισμός το μέγιστο μέχρι 3 στόχους που αναμένεται να εκπληρώσει το παιδί σε συνεργασία και συνεννόηση με το ίδιο (π.χ. να καταφέρει να μιλήσει ή να έχει μη λεκτική επικοινωνία με κάποιο συγκεκριμένο άτομο, να μπορέσει να επικοινωνήσει λεκτικά με κάποιον από τους συμμαθητές του, να μπορέσει να μιλήσει και να αλληλεπιδράσει με κάποιον από τους συμμαθητές του στην αυλή ή στην τάξη). Καθορισμός 3 επιβραβεύσεων με σειρά προτεραιότητας που θα ήθελε να κερδίσει, έτσι ώστε να διατηρείται το κίνητρο ενεργό μέχρι το επόμενο βραβείο.


Το παιδί ενθαρρύνεται πάντα θετικά με στόχο την λεκτική επικοινωνία, χωρίς να πιέζεται να μιλήσει.


Αποδοχή της ιδιαιτερότητας ενός παιδιού με επιλεκτική αλαλία.


Προσπάθεια ο εκπαιδευτικός να είναι ένα σημαντικό πρόσωπο για το παιδί με επιλεκτική αλαλία.
Ο εκπαιδευτικός θα ήταν χρήσιμο να καλλιεργεί και να κτίζει καθημερινά τη σχέση του με το παιδί, με κυριότερο στόχο την ανάπτυξη μεταξύ τους, εμπιστοσύνης και λήψης μηνυμάτων διαμέσου της ενσυναίσθησης.


Δίνεται η ευκαιρία στο παιδί να αποφασίσει πότε θέλει να εκφραστεί λεκτικά.


Διατήρηση ήρεμου κλίματος στο πλαίσιο της τάξης, με στόχο την μείωση των καταστάσεων που προκαλούν άγχος και φόβο στο παιδί.


Παροχή περισσότερου χρόνου σε περιπτώσεις που αναμένεται να υπάρξει επικοινωνία, έτσι ώστε το κλίμα της τάξης να παρέχει το αίσθημα της ασφάλειας στο παιδί για να αισθανθεί άνετα να μιλήσει.


Χρειάζεται να του δίνεται η επιλογή αν θέλει να λάβει μέρος σε μια ομαδική δραστηριότητα.
Χρήσιμο θα ήταν το παιδί να κάθεται σε θέση που να μην είναι άμεσα ορατό από όλους, π.χ. δεν συστήνεται να κάθεται στο κέντρο, όπου όλα τα βλέμματα θα πέφτουν επάνω του, αφού κάτι τέτοιο αναμένεται να του αυξήσει το αίσθημα του άγχους.


Αν υπάρχει κάποιο παιδί στην τάξη που παρατηρήθηκε πως επικοινωνεί λεκτικά μαζί του και κάνει παρέα, τότε είναι χρήσιμο να αυξηθεί η αλληλεπίδραση και να κάθεται δίπλα του.
 

Ένταξη του παιδιού και έκθεση του σε μικρές ομάδες παιδιών, όπου να ασχολείται με ευχάριστες για αυτό δραστηριότητες.


Αποφυγή παρατήρησης μπροστά στο κοινό της τάξης. Καλύτερα αυτό να γίνεται σε ατομικό επίπεδο, αφού έχει εδραιωθεί μια καλή σχέση μεταξύ εκπαιδευτικού και παιδιού.
 

Με βάση και τις ατομικές διαφορές, σε κάποια παιδιά παρατηρείται να έχει αποτέλεσμα η αποφυγή έντονης οπτικής επαφής σε περίπτωση που τους γίνεται μια ερώτηση. Εφόσον ο εκπαιδευτικός βεβαιωθεί πως το παιδί γνωρίζει πως του απευθύνεται ο λόγος, τότε ο εκπαιδευτικός μπορεί να βλέπει το αντικείμενο συζήτησης (π.χ. «σου αρέσουν αυτά τα χρώματα στο τραπέζι;» – ο εκπαιδευτικός κοιτάει τα χρωματιστά).


Αποφυγή συζητήσεων που αφορούν την δυσκολία του παιδιού με τρίτους ή μπροστά του. Ακόμη, αποφυγή φράσεων προς το παιδί, όπως: «γιατί δεν το λες, αφού το ξέρεις», «αχ, πότε θα μιλήσεις», «μπράβο τι φοβερός που είσαι που το είπες», καθώς αυτές απλά ενισχύουν το άγχος του παιδιού.


Πρωταρχικό στόχο δεν αποτελεί η λεκτική επικοινωνία μπροστά σε όλη την τάξη, αλλά να επικοινωνεί με οποιοδήποτε άλλο τρόπο στο πλαίσιο της τάξης. Η γενίκευση θα επέλθει με το πέρας του χρόνου, όπου θα μειωθούν οι καταστάσεις άγχους που οδηγούν το παιδί να μην μιλά στην τάξη ή το σχολείο.


Πώς θα ήταν χρήσιμο να συμπεριφέρονται τα υπόλοιπα παιδιά της τάξης;

Οι εκπαιδευτικοί καλούνται να παροτρύνουν τα υπόλοιπα παιδιά της τάξης να προσκαλούν το παιδί να συμμετέχει μαζί τους σε ομαδικά παιχνίδια, να μην το πιέζουν να μιλήσει, να μην του λένε «Δεν μιλάς» ή «Ντρέπεσαι να μιλήσεις».

Σε περίπτωση που το παιδί εκφραστεί λεκτικά, τα υπόλοιπα παιδιά πρέπει να συνεχίσουν να ανταποκρίνονται φυσιολογικά, αποφεύγοντας να φωνάζουν «Ουυυαο μίλησε» και να συνεχίζουν το παιχνίδι ή την δραστηριότητα τους.

 

Γράφει η Βέρα Φλωρίδου, ΒΑ, ΜΑ

Εγγεγραμμένη Σχολική / Εκπαιδευτική Ψυχολόγος

 

Αφήστε Σχόλιο