Το σύνδρομο της γονικής αποξένωσης

Συντάκτης andri 06/12/2016 0 Σχόλια


 

Στη διεθνή βιβλιογραφία υπάρχουν δύο διαφορετικοί όροι για το «Σύνδρομο της γονικής αποξένωσης». Ο ένας αφορά στο σύνδρομο γονικής αποξένωσης / αλλοτρίωσης (parental alienation syndrome) και ο άλλος στην οικογενειακή αποξένωση, συμπεριλαμβανομένης και της γονικής (family estrangement). 
 

Υπάρχει, επίσης, διαχωρισμός ανάμεσα στη «γονική αποξένωση» και το «σύνδρομο της γονικής αποξένωσης». Ο πρώτος όρος (γονική αποξένωση / αλλοτρίωση) αναφέρεται στο φαινόμενο της αποξένωσης, που προκύπτει ως αποτέλεσμα γονικής παραμέλησης (σωματικής, συναισθηματικής ή σεξουαλικής κακοποίησης) ή γονικής εγκατάλειψης ή αποξένωσης από τους γονείς προς το παιδί. 
 

Ο δεύτερος όρος (σύνδρομο γονικής αποξένωσης) αποτελεί υποκατηγορία του γενικότερου όρου της γονικής αποξένωσης και αναφέρεται στην παιδική συμπεριφορά άρνησης επαφής με τον ένα γονιό, η οποία προκύπτει ως αντίδραση εξαιτίας της επίδρασης του άλλου γονέα. 
 

Ανάμεσα στους συχνότερους λόγους εμφάνισης της γονικής αποξένωσης είναι ο χωρισμός / διαζύγιο σε έντονα συγκρουσιακούς γάμους / σχέσεις. Ο όρος είναι αρκετά αμφίσημος και δεν υπάρχει ένας μοναδικός προσδιορισμός ως προς το φαινόμενο αυτό. Το σύνδρομο αυτό δεν υπάρχει επίσης στα διαγνωστικά κριτήρια του DSM IV ή του V, αν και υπάρχουν άλλες διαγνώσεις, στις οποίες η γονική αποξένωση αποτελεί ένα από τα πιθανά συμπτώματα ή / και αίτιο για τη διαταραχή, όπως διαταραχές προσωπικότητας, αντιδραστική διαταραχή προσκόλλησης, διαταραχή προσαρμογής με ή χωρίς άγχος / καταθλιπτική διάθεση κ.λπ., μετατραυματικό στρες, οικογενειακή διαταραχή λόγω διαζυγίου ή χωρισμού, προβληματικές σχέσεις γονιών/παιδιού.  

Ως προς τις αιτίες της αποξένωσης, αρχικά στους διάφορους προσδιορισμούς που δίδονταν στην αποξένωση, η προσοχή επικεντρωνόταν στον γονέα που προκαλούσε την αποξένωση, ενώ πρόσφατα παρατηρείται η τάση, οι επαγγελματίες να κατανοούν πως η εικόνα της αποξένωσης, είναι αρκετά πιο περίπλοκη και είναι δυνατή η εμφάνιση του συνδρόμου γονικής αποξένωσης, χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένη «αποξενωτική» συμπεριφορά του γονέα. 

Επίσης, φαίνεται πως η συχνότητα του φαινομένου της αποξένωσης είναι ιδιαίτερα υψηλή, αφού σύμφωνα με διάφορα ερευνητικά προγράμματα, η αποξένωση αποτελεί μάλλον τον κανόνα σε διαζύγια που συνοδεύονται από συγκρούσεις και δικαστική διαμάχη. Είναι σημαντικό, όμως, να τονιστεί πως ο Αμερικανικός Σύνδεσμος Ψυχολόγων (APA) δεν αναγνωρίζει το σύνδρομο γονικής αποξένωσης, αναφέροντας πως δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία, ώστε να θεωρηθεί εμπειρικά αποδεδειγμένο. Μερικοί από τους λόγους για την απόρριψη της ορολογίας, τόσο από τα Διαγνωστικά Κριτήρια του Αμερικανικού Ψυχιατρικού Συνδέσμου, όσο και από τον ΑΣΨ είναι τα ακόλουθα:

 


1. Η έννοια της γονικής αλλοτρίωσης, επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στον γονέα που θεωρείται ως ο φορέας της αποξενωτικής συμπεριφοράς, τον οποίο αντιλαμβάνεται ως την αιτία της συμπεριφοράς του παιδιού. Σύμφωνα με τον Gardner (1998), ο οποίος εισήγαγε και τον όρο, ο γονέας φορέας της αποξένωσης (programming parent) είναι συνήθως η μητέρα και η συμπεριφορά αυτή, συνοδεύεται, συνήθως από ψευδείς κατηγορίες για σεξουαλική παρενόχληση. Αυτή η άποψη πάσχει από έλλειψη εμπειρικών δεδομένων, αφού στα διαζύγια / χωρισμούς, ειδικά αυτά με έντονες συγκρούσεις, είναι σχεδόν κανόνας η αρνητική κατήχηση του παιδιού από τον γονέα που έχει τη γονική μέριμνα εναντίον του άλλου γονέα, αλλά μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό παιδιών εμφανίζουν το «σύνδρομο γονικής αποξένωσης». 

Συνεπώς, εκτός της γονικής συμπεριφοράς, πρέπει να συνυπάρχουν και άλλοι παράγοντες, ενώ υπάρχουν και αναφορές (κυρίως για παιδιά στην προεφηβική και εφηβική ηλικία), όπου το παιδί εμφανίζει αλλοτριωτική συμπεριφορά προς τον γονέα, χωρίς όμως να υπάρχει ουσιαστική παρότρυνση, ή αρνητική κατήχηση από τον άλλο γονέα. Συνεπώς, η εμφάνιση γονικής αποξένωσης δεν συνοδεύεται απαραίτητα από αλλοτριωτική συμπεριφορά του άλλου γονέα. 

2. Η θεωρία του Gardner έχει δεχθεί σοβαρή κριτική, ως προς το γεγονός ότι δεν είναι αποδείξιμη και συνεπώς δεν πληροί ένα από τα βασικά κριτήρια της επιστήμης και ειδικά το κριτήριο της αποδειξιμότητας. Συγκεκριμένα, στη θεωρία της γονικής αποξένωσης, στον προσδιορισμό της έννοιας, συμπεριλαμβάνεται και η αιτιολογία του συμπτώματος (αποξενωτικός γονέας και παιδί αποδέχτης της συμπεριφοράς) και συνεπώς η θεωρία δεν μπορεί να είναι αποδείξιμη, αφού είναι αληθινή εξ’ ορισμού, εξαιτίας της ταυτολογίας του προσδιορισμού και της αιτιολογίας, κάτι που τη μετατρέπει αυτόματα σε αντιεπιστημονική. 

3. Τέλος, και πιθανότερα το πλέον σημαντικό σημείο είναι πως δεν υπάρχει συγκεκριμένο κριτήριο κατηγοριοποίησης και αναγνώρισης / διάγνωσης του συνδρόμου, πέραν του ίδιου του Gardner και των ακολούθων του, οι οποίοι αναφέρουν πως στηρίζονται στην «επαγγελματική και κλινική τους εμπειρία», με αποτέλεσμα η εγκυρότητα της ύπαρξης παρόμοιας συμπεριφοράς να τίθεται υπό αμφισβήτηση. 

4. Η αύξηση της κατηγορίας για γονική αποξένωση σε περιπτώσεις δικαστικής διαμάχης, στο πλαίσιο διαζυγίων, σε περιπτώσεις παιδιών που αρνούνται να έχουν επαφή με τον άλλο γονέα, που παρατηρήθηκε στις Η.Π.Α. κυρίως, χωρίς να έχει προηγηθεί ενδελεχής διερεύνηση των αιτιών της συμπεριφοράς του παιδιού και η αναγνώριση του συνδρόμου της παιδικής αποξένωσης ως επαρκούς εξήγησης της συμπεριφοράς, έχει οδηγήσει σε σοβαρά λάθη και λανθασμένες δικαστικές αποφάσεις. Αυτό το πρόβλημα ενισχύεται από τη θεωρία του Gardner, σύμφωνα με την οποία ο αποξενωτικός γονέας είναι ο μοναδικός λόγος της συμπεριφοράς του παιδιού, ενώ για τις ακραίες περιπτώσεις αποξενωτικής συμπεριφοράς, εισηγείται την αλλαγή της κηδεμονίας και την ανάληψή της από τον «μισητό» για το παιδί γονέα.  

Σε κάθε περίπτωση είναι δύσκολο να γίνεται λόγος για «σύνδρομο», κάτι που προκαλεί και τις περισσότερες αντιδράσεις. Ταυτόχρονα, όμως, το φαινόμενο της γονικής αποξένωσης, αλλά και της «προπαγάνδας» από τον γονέα που έχει τη μέριμνα του παιδιού εναντίον του άλλου γονέα, αποτελεί ένα φαινόμενο που πρέπει να αντιμετωπίζεται σχεδόν καθημερινά από τους επαγγελματίες που σχετίζονται με θέματα διαζυγίων και γονικής μέριμνας. Το μεγαλύτερο ίσως πρόβλημα σε σχέση με αυτό, είναι το γεγονός πως οι δικαστικές υπηρεσίες και οι υπόλοιπες κρατικές υπηρεσίες, συνήθως ασχολούνται με την επίπτωση που έχει η αλλοτριωτική συμπεριφορά προς τον άλλο γονέα, χωρίς να τίθεται στο επίκεντρο της προσοχής τους το πώς οι διάφορες ενέργειές τους επιδρούν στο καλώς νοούμενο συμφέρον του παιδιού ή πώς θα επηρεάσει το παιδί οποιαδήποτε σχετική απόφασή τους. 

Με άλλα λόγια, πιθανώς να «ψυχολογικοποιείται» ένα πρωτίστως κοινωνικό και νομικό ζήτημα. Αυτό έχει σοβαρές επιπτώσεις, αφού αναγκάζεται η ψυχολογική κοινότητα να πάρει θέση σε ένα επίμαχο ζήτημα, το οποίο όμως δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί ως ψυχολογική διαταραχή. Ταυτόχρονα όμως, ενώ δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί ως διαταραχή και δεν αποτελεί τον «κανόνα» σε όλες τις περιπτώσεις, πιθανή αποξενωτική συμπεριφορά του ενός γονιού, πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη, αφού επηρεάζει την ψυχολογική κατάσταση του παιδιού. 

Σε πρακτικό επίπεδο, η πρόληψη αποτελεί την καλύτερη μέθοδο, αφού συχνά ο χρόνος που παρέρχεται είναι καθοριστικός για την αντίδραση του παιδιού. Συγκεκριμένα, έστω και αν πρόκειται για αλλοτριωτική συμπεριφορά από τον γονέα, οι συνεχόμενες διαμάχες ανάμεσα στους γονείς, λειτουργούν αποτρεπτικά προς την επιθυμία του παιδιού για συνάντηση με τον άλλο γονέα. Η υποχρέωση, όμως, του άλλου γονέα να τηρεί πιθανά δικαστικά διατάγματα, επιφέρει μεγαλύτερη αντίδραση από το παιδί, (κάποιες φορές εξαιτίας μικρών λεπτομερειών, όπως π.χ. η ανάγκη του να παίξει με φίλους του στη γειτονιά του, ενώ ο άλλος γονέας μένει σε άλλη περιοχή κ.λπ.), η επιμονή του άλλου γονέα για συνάντηση κ.λπ. οδηγώντας την κατάσταση σε ένα φαύλο κύκλο και δημιουργώντας περισσότερα προβλήματα στην προσκόλληση του παιδιού με τον γονέα - «στόχο» της αλλοτρίωσης.

Είναι σημαντικό, επίσης, να σημειωθεί πως ως φορείς αποξένωσης, λειτουργούν συνήθως «άθελά» τους και διάφορα άλλα μέλη της οικογένειας, συμπεριλαμβανομένων παππούδων, γιαγιάδων, αδελφών, θείων κ.λπ. Αυτό συμβαίνει με μικρές καθημερινές εκφράσεις είτε από τον γονέα (π.χ. σε αίτημά του το παιδί για κάποια αγορά, λαμβάνει την απάντηση «να πας στον πατέρα σου που έχει περισσότερα λεφτά»), είτε από άλλο μέλος της οικογένειας (π.χ. ενώ το παιδί είναι με τη γιαγιά του και κάνει αταξίες, ακούει τη φράση «όπως τη μαμά σου, δεν μπορείς να συμπεριφερθείς σωστά») κ.λπ. 


 

Σε κάποιες περιπτώσεις, η συμπεριφορά είναι περισσότερο στοχευμένη και συνειδητή, με τον γονέα ή άλλους συγγενείς να διαβάλλουν συνεχώς τον δεύτερο γονέα κ.λπ. Σε αρκετές περιπτώσεις, ο γονέας - στόχος λειτουργεί άθελά του λανθασμένα, είτε με αθέτηση υποσχέσεων, επίδειξη μειωμένου ενδιαφέροντος κατά τις επισκέψεις κ.λπ., ενισχύοντας τα συναισθήματα αποξένωσης του παιδιού και την επιθυμία του για όσο το δυνατόν λιγότερη επαφή μαζί του. 

Σε άλλες περιπτώσεις, η αποξένωση και η διαβολή του πρώην συντρόφου, αποτελεί ένδειξη διάφορων διαταραχών προσωπικότητας, περιπτώσεις όπου μειώνεται ουσιαστικά και η πιθανότητα επιτυχίας κάποιας παρέμβασης, αφού ο γονέας - «διαβολέας» δεν επιδεικνύει καμιά επιθυμία συνεργασίας ή αποδοχής οποιασδήποτε διαμεσολάβησης για επίλυση της σύγκρουσης. 

Υπάρχει περίπτωση όμως, η αποξένωση να είναι αποτέλεσμα της επιθυμίας του ίδιου του παιδιού, χωρίς να υπάρχει κατ’ ανάγκη διαβολή ή και αποτέλεσμα της γονικής συμπεριφοράς μη αποδοχής (ιδιαίτερα σε έφηβους) των διαφορετικών αξιών του παιδιού (π.χ. σεξουαλικός προσανατολισμός, δραστηριότητες, θρησκευτικές πεποιθήσεις κ.λπ.). 

Συνεπώς, είναι σημαντικό να αξιολογείται η κάθε περίπτωση διαφορετικά, αφού οι πιθανές αιτίες της αποξένωσης ποικίλουν, όπως και η πιθανότητα η συμπεριφορά του αποξενωτικού γονέα να είναι άθελη ή στοχευμένη.  

Γιατί εμφανίζεται το φαινόμενο της γονικής αποξένωσης;
Το φαινόμενο μπορεί να οφείλεται σε διάφορους παράγοντες. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, είναι σχεδόν βέβαιο πως ο γονέας που έχει τη μέριμνα του παιδιού θα εμφανίσει σε κάποιο βαθμό τη συγκεκριμένη συμπεριφορά, ενίοτε άθελά του, κάποτε λόγω κούρασης και αδυναμίας διαχείρισης των συναισθημάτων του, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις η συμπεριφορά αυτή είναι ιδιαίτερα επίμονη και προσομοιάζει με εμμονή. Η κατάσταση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο, όταν η σύγκρουση των ενηλίκων περιλαμβάνει και πολιτισμικές διαφορές, διαφορές αξιών κ.λπ. και το παιδί καλείται ουσιαστικά να επιλέξει «πλευρά».

Αξιολόγηση της περίπτωσης και παρέμβαση
Το πρώτο σημαντικό στοιχείο για την αντιμετώπιση του φαινομένου αυτού, είναι η ταχύτητα και ο χρόνος παρέμβασης με την ταχύτερη δυνατή παρέμβαση να έχει και τις περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας. 

Πιθανώς στις περιπτώσεις των έντονα συγκρουσιακών διαζυγίων και χωρισμών, να είναι απαραίτητη η άμεση προληπτική παρέμβαση επαγγελματιών ψυχικής υγείας, ώστε να επιλυθεί το πρόβλημα στα αρχικά του στάδια, αφού ο χρόνος λειτουργεί ιδιαίτερα αρνητικά στην επίλυση του προβλήματος. 

Σε κάθε περίπτωση, ο επαγγελματίας είναι καλύτερο να επικεντρωθεί στην επίλυση διάφορων προβλημάτων που συνοδεύουν την αποξένωση και να εμπλέξει στη διαδικασία όλα τα μέλη της οικογένειας, αλλά και το ίδιο το παιδί.  


Γράφει η Πολίνα Νικοδήμου, BSc, Msc, Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια

 

Αφήστε Σχόλιο